Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Το όνειρο.

Καταρχήν, είχε να κάνει με τις σκιές.
Σα να ξαναβρήκαν το χαμένο τους νόημα,
σα να ξύπνησαν απο φαύλο όνειρο.
Στάζανε ρε παιδί μου, πως το λένε,
ήταν υγρές πλέον,
κάθονταν καλά,
ταιριάζανε.
Και όπως όλοι ξέρουμε,
δεν υπάρχει πιο όμορφη σκιά
απο αυτή που δίνουν τα μισοκατεβασμένα ρολά,
το καλοκαίρι,
όταν κοιμάσαι με την κοπέλα σου στο κρεβάτι
και όλο το δωμάτιο
μοιάζει σαν ονειρική ζέβρα.

Έτσι κι ο Ντρέυφους.
Το είχε αγκαλιά το κορίτσι και κοιμότανε,
κοιμότανε του καλού καιρού.
Στο όνειρο του,
μανιακές ακρίδες κυνηγουσαν αυτόν και την Αρήθα.
Αλλά αυτοί δε φοβόντουσαν.
Τι να φοβούνται δηλαδή, αυτοί το ξεφτίλισαν!
Ήταν καβάλα σε μια τεράστια πεταλούδα
και γελούσαν με τα αστεία που τους έλεγε,
κοροίδευε τις ακρίδες,
που πετούσαν χοροπηδηχτά ξοπίσω τους,
σα σπαστικά ντελαμπόγκος,
με τα σχιστά τους μάτια και κάτι γκριμάτσες πολέμου,
αλλά κάτι γκριμάτσες...
Η μία καλύτερη απ'την άλλη! Ποίημα!
Άσε που κάναν όλες μαζί
"Χάρχαρχαρχαρ!"
και είχαν δεμένες στο μέτωπο κάτι κίτρινες κορδέλες
με ένα έμβλημα (κάτι του θυμιζε αυτό...).
Και όσο πιο πολύ γύριζαν και τις έβλεπαν,
τόσο πιο πολύ γελούσαν και δε σταματάγανε,
δε γινόταν να σταματήσουν,
είχαν εθιστεί στο θέαμα,
σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που τα πλευρά τους πόνεσαν
και πραγματικά σταμάτησαν επειδή δεν άντεχαν άλλο!
Γύρισαν όλοι τους μπροστά το λοιπόν σαν καλά παιδιά
και ούτε που τολμούσαν να κοιτάξουν ξοπίσω τους,
ούτε μίλαγαν, ούτε γελούσαν...
Ήσυχα-ήσυχα.
Ώριμα!
Σα σωστοί ενήλικες....

Αλλά κι ο ήχος τελικά έκανε δουλειά...
Αυτό....
Αυτό... το χρατ-ταραράτ των φτερών...
Αυτό το μπόινγκ-μπόινγκ κάθε τρεις και λίγο....
και φυσικά αυτη η ακαταμάχητη, πολεμική ιαχή τους...
"χαρχαρχαρχαρχαρ"....

"...Τα χάρχαλα..."

Είπε ο πεταλούδος,
και πάνε όλα,
τους φύγαν οι μύξες ξανάστροφες μονομιάς
κι ο άνεμος τις πήρε
και τις κόλλησε πάνω στα φτερά του αρχηγού τους,
και άστα,
κάθε έλεγχος χάθηκε,
ο παπάρας ο αρχηγός παραπάτησε,
έπεσε,
και όλες οι ακρίδες,
ακραία θορυβημένες
σταμάτησαν αμέσως
και μαζευτήκαν απο πάνω του!
Ο αρχηγός τους!

-Χαρχαρ?!*
-Χαααααρ!!!**
-Χάρχαρχαρχαρχαρ!***
....
....
....
Απαλλαγμένοι πλέον απ'τις κομπλεξικές κακιασμένες,
συνέχισαν να πετάνε,
πάνω απο ένα τοπίο, γνώριμο τελικά,
-βασικά ήτανε η Κλώντια, η πόλη τους-
(περιεργο,πως δεν το παρατήρησε νωρίτερα?)
και να γελάνε..

Είχε κάτι αυτή η πεταλούδα,
κάτι
που σε έκανε να μπορείς να γεύεσαι
την ελευθερία της κάθε στιγμής,
ακόμα κι αυτών που περάσανε,
κι ακόμα κάτι άλλο,
απροσδιόριστο,
αλλά σίγουρα καλό,
που ερχότανε...

"Πωω ζέστη...Να'χαμε τώρα μια γρανίτα μούσμουλο.."
Είπε η Αρήθα.
"Μμμμ..ναι, μια γρανίτα μούσμουλο..."
Είπε ο Ντρέυφους.
"Ναιιιιιι......."
Είπε ο Μουσμουλοκτόνιαν,
και την ίδια στιγμή κοκκίνησε
και κοίταξε δεξιά κι αριστερά μην τυχόν τον άκουσε κάνας δικός του....
"Ναίιιιιι......"
....
...
Άρπες,
φλάουτα,
το τοπίο ξεθώριασε,
οι γραμμές απαλύνανε
καλειδοσκοπικές εικόνες
και ώπ!Ξύπνησαν ταυτόχρονα όλοι τους.
Κι αμέσως μόλις άνοιξαν τα μάτια τους,
πριν να πουν οτιδήποτε,
έτρεξαν και οι τρείς σαν υπνωτισμένοι πιγκουίνοι στο ψυγείο.
.....
....
....
(τσιομπ...-τσιομπ....)
....
....
....

"Χα...όνειρο να σου πετύχει!"
Ήταν οι πρώτες λέξεις που είπε η κάμπια γελώντας
μετά απο δύο γρανιτούλες.
(Επιτέλους είχε βάλει air condition και δε λιώνανε αμέσως.)

"Πλάκα μου κάνεις!"
Ήταν οι πρώτες λέξεις που είπε η Αρήθα,
που κατάλαβε πρώτη,
καθώς ξυπόλητη,
με το γαλάζιο σλιπάκι της,
έτρωγε τη γρανίτα της στα όρθια,
με αγουροξυπνημένα μάτια που λάμπαν απο ευτυχία
και καραντουβρουτζάτη απορία
κι έβλεπε το Ντρεύφους να τρώει τη γρανίτα του
ακουμπώντας στο νεροχύτη
και να την κοιτάει
με αγουροξυπνημένα μάτια που λάμπαν απο ετυχία
και καραντουβρουτζάτη απορία!

Αυτός δεν είχε μιλήσει ακόμα.
Αλλά όταν μίλησε είπε:
"Το έμβλημα στις κορδέλες τους!Είναι το έμβλημα μας!"
Μετά,
"Τι πλάκα σου κάνω;"
Κι όταν πια κατάλαβε κι αυτός τι παίχτηκε,
"Χάααχαχαχα!!! Πλάκα μου κάνεις!!!"


(*Αρχηγέ?!)
(**Γρήγορα, ένα ποτήρι μουσμουλογόνοδύο οξυγόνο!!!)
(***Χάρχαρχαρχαρχαρ!)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου