Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

αντάμωμα

Του φιλούσε και του έγλυφε τα δάχτυλα.
Δεν τον αγαπούσε,
τον ήθελε.
Αλλά αυτός ήταν στον κόσμο του.
Ποιος ξέρει τι σκεφτόταν
που αρμένιζε
τι βίωνε αυτό το πλάσμα
το ξωτικό;
Ξαφνικά θα γύριζε απότομα
θα την έπαιρνε αγκαλιά
θα της γελούσε
και θα τη φιλούσε
και όλα θα εξαφανίζονταν
σα να μην υπήρξαν ποτέ
σαν τη σκόνη που τινάζεται
όταν πέφτει ένα τσουβάλι με λίρες.
Στο τέλος της ημέρας,
αυτό είναι ο έρωτας.
Ένα τσουβάλι με λίρες
που πέφτει και τινάζει
τη σκόνη του επίγειου.
Ενα πουλί
που όταν το κοιτάς
σου παίρνει λίγο
να καταλάβεις
οτι εδώ μιλάμε για μαγεία.
Πάντοτε η μαγεία
πρώτα έρχεται
και μετά τη συνειδητοποιείς
και ξαφνιάζεσαι
και αφήνεσαι
στο αδιανόητο.
Ήτανε νύχτα προς χαράματα,
απ'έξω στο δρόμο
μεθυσμένα παιδιά
ο ήχος απ'τα κύματα
τα αυτοκίνητα
κι ένα αεράκι απαλό
πολύ απαλό.
Μέσα,
τα ζεστά κορμιά
απλώνονταν το ένα πάνω στ'άλλο
αγκαλιάζονταν
ξεκουράζονταν.
Το νόημα φανερωνόταν
μέσα στα όνειρα
τις ανάσες
τα φιλιά τους.
Δυο όμορφα παιδιά
δυο όμορφες ιστορίες
δυο όμορφες ιδέες
η ίδια η φαντασία
χωρισμένη απο τον εαυτό της
για να τον ξαναγνωρίσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου