Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Βρυκολακιασμένα πορτοκάλια θα θερίσουν τους εφιάλτες σας

Δεν είναι η ολοκλήρωση
η θέωση
η αθανασία
η δικαιοσύνη
η ανδρεία
η ενότητα!
ούτε το κοινό καλό
που μας κινά.
Είναι που θα πεθάνουμε
βουβοί στις πυτζάμες μας καμιά Τετάρτη πρωί
με τη μούρη βουτηγμένη στο μπολ με τα κορν-φλέικς,
βουβοί και έπειτα σκουλίκια
αιώνια ξένοι με τους άλλους
αιώνια ξένοι μέσα μας
πεταμένες πυγολαμπίδες στον κοσμικό βόθρο,

''...μυαλοκαμμένοι τρόμπες
Ω!
Ω!
Ω!
μυαλοκαμμένοι τρόμπες!...''

οπως θάλεγε και το τραγούδι,αν τό γραφα ποτέ...

Ενώ ατάραχος ο απέραντος θεϊκός ουρανός
θα συνεχίσει να χύνει
να χύνει
να χύνει
γενναιόδωρα κι ευγενώς
το δέος του κάλλους
στα πρόσωπα μας
οχι έναν
όχι δύο
όχι πολλούς
ούτε καν φανταστρουμφικούς,
αλλα άπειρους Αιώνες
τυλιγμένους στα πλευρά και τις ματάρες μας,
χωρίς κανένα λυπηρό συμπαντικό βιολάκι
να παίζει λύγμ-λύγμ κάϊ-κάϊ
για την αχάριστη ηλιθιότητα του να επιλέγεις να είσαι...

...''συνηθισμένος...
...άνθρωπος''.....

και δεν είναι το κίνητρο η ενοχή,αυτό νομίζω.
ο υποδόριος βόμβος έντασης
που σβουρίζει μέσα μας
και μας σουβλίζει
δείχνοντας τίποτα τα πάντα
και
πάντα το τίποτα.
Αυτο θαρρώ πως είναι....
Φυσικά,μπορεί να κάνω και λάθος.
Όμως
τα λάθη μου
είναι γλυκά σαν πορτοκάλια

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Προτιμάς τον έναν με τα χίλια πρόσωπα ή έναν απ'τους χίλιους με την ίδια μουρη; (ξέρω ξέρω...)

κλάκ-χρρρρρ-κλάκ-χρρρρ-κλάκ...

Σέρνει γρήγορα-γρήγορα τα βήματά της στο δρόμο
Ένα
ένα
άλλο
ένα
Και νιώθω στο στομάχι μου τα μάγουλα των πλακακιών
δροσερά και υγρά
να στενάζουν κάτω απ'το βαρύ χτύπημα των τακουνιών της.
Μα αυτή ούτε που το καταλαβαίνει.

Ο χρόνος περνά.
Η μέρα θα φύγει
και θά'ρθει πάλι μέρα.
Και πάντα κάποιος θα θέλει να γίνει θεός
κι άλλος θα κλάνει κρυφά στο λεωφορείο.
Είναι απλότητα σκληρή
να ξέρεις πως σμιλεύεις τη ζωή σου.
Ολόλαμπη και όμορφη
στην άγρια κι ολότελη σκασίλα της.
Δεν έχει τίποτα να πάρει ή να δώσει ό,τι είναι.
Και φυσικά τούτο το ακατανόμαστο ξεφεύγει απ'τη μικρή ζωή σου.
Δεν απλώνεται κάν
σαν δρύινη ρίζα
μέσα απο τα τραπέζια
τους σταυρούς
το τραγούδι
τους δρόμους
τον άνεμο
ή τα τακούνια
της προαναφερθείσας ζουμπουρλούλας.
Μονάχα φουρφουρίζει αδιάφορα.
Εσύ ρωτάς,
τί
ή πώς
ή αφού εγώ έτσι τότε γιατί άυτοαλλιώςξέρωγω;;;;;;;
Κι αυτό,
μασώντας αέναα τούτη την αξεθύμαστη,κοσμική,
υπεργιγαντιαία τσίχλα βατόμουρο
και φτιάχνοντας κομψές
ηδυπαθείς
τέλεια σφαιρικές
μυστικιστικές(χάχάχα γαμώ τη νεοεποχίτικη βλακεία σας!)
βατομουρένιες τσιχλοφουσκίτσες
σου απαντά σκάζοντάς τες:

'Σπλούνγκφ!'

Κι ακόμη κι άν
-λέω, άν...-
έπειτα απ'το άκουσμα
τούτου του διαμαντένια ξάστερου ήχου
δεν τό πιάσεις με τη μία
πόσο λάθος νταούλι βαράς
υπνωτισμένος απ'την καρμιριά σου
για να ζητάς απο το υπερβατικό
να λύσει τους αιμάτινους κόμπους
που εσύ έθρεψες κι έδεσες,
Ώ!Τι φιλευσπλαχνεία!
Το αποκαρδιωτικό τούτο μάθημα
έχει και συνέχεια:

'Ζμπλόργκ!'

(παύση)

'Σσσπίφφ!'

(το αυτό)

'Σπλάςςςς!'